Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Τελευταία, η απόσταση μας ορίζεται στο βυθό της σιωπής, που όλο και μεγαλώνει τον αντίλαλο των αναστεναγμών μας. Μα τα μαλλιά σου, καθώς ανεμίζουν, φέρνουν σε ανεμώνες. Κι ύστερα αρκεί εκείνο το δειλό σου χαμόγελο, για να μου θυμίζει πως υπάρχεις πριν από κάθε βυθό.
Δημήτρης Ι. Ευθυμίου
Κι ύστερα, θα μείνουν να μιλούν για το φεγγάρι
όσοι απέμειναν σε μια γωνιά
να καρτερούν ένα ξεχασμένο όνειρο
Δ.Ε
Κι επιβεβαιώνεται με τον καιρό, η άποψη, πως η απόσταση, η φυγή, η αποξένωση σε κάποιο μικρό μέρος δε διαφέρει επί της ουσίας με το αποτέλεσμα των μεγάλων πόλεων στις κοινωνικές σχέσεις. Γιατί στην ουσία, οι περισσότεροι είμαστε μόνοι σ’ έναν κόσμο με πολλούς που συναναστρεφόμαστε.
Δημήτρης Ι. Ευθυμίου 
ΟΥΤΟΠΙΑ
Με δύναμη μεγάλη η ημέρα προχωρά
μέσα στα σύννεφα χτυπά τις οπλές της
Ο γαλατάς παίζει σονάτες βροντώντας τις κανάτες του,
οι γαμπροί ανεβαίνουν από κυλιόμενες σκάλες στον ουρανό-
άγρια, με μεγάλη δύναμη κινούνται μαύρα και λευκά καπέλα.
Οι μέλισσες απεργούν. Στα σύννεφα
τραβούν πετάλι οι πληρεξούσιοι
και από της στέγης τους φεγγίτες οι πάπες κελαηδούν.
Κυριαρχούν συγκίνηση, πειράγματα και οι ζητωκραυγές.
Από σελίδες ισολογισμών φτιάχνονται ιστιοφόρα.
Ο καγκελάριος παίζει στους βόλους τα μυστικά κονδύλια με ένα κατεργάρη.
Η αγάπη επιτρέπεται από την αστυνομία.
Δίνεται αμνηστία σε όσους λένε την αλήθεια.
Οι φουρνάρηδες χαρίζουν κουλούρια στους μουσικούς.
Οι σιδεράδες πεταλώνουν τα γαϊδούρια με Σιδηρούς Σταυρούς.
Σαν μια ανταρσία ξεσπά η ευτυχία, όπως λιοντάρι-
οι τοκογλύφοι , ραντισμένοι με άνθη μηλιάς
και ραπανάκια, απολιθώνονται.
Σε χαλίκια κομμένοι στολίζουν σιντριβάνια και κήπους.
Παντού υψώνονται μπαλόνια,
ο στόλος των ηδονών στέκει υπ’ ατμόν.
- Επιβιβαστείτε, γαλατάδες, γαμπροί και κατεργάρηδες!
- Εμπρός! Με δύναμη μεγάλη
η ημέρα
προχωρά.

Hans Magnus Enzensberger, (Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης)

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017



Στο απέναντι παράθυρο σε μια αγκαλιά πολυθρόνας
για μήνες που κάνουν χρόνο
είναι αγκυροβολημένος ένας άνδρας
Μέσα σ’ αυτήν τη στασιμότητα της εικόνας
είναι που θορυβώ τη ψυχούλα μου
όλη μου τη ζωή είμαι σε μια κινούμενη πολυθρόνα
όπου οι ίδιες εικόνες διπλώνονται ξανά και ξανά
πίσω από ένα δικό μου παράθυρο
και μια γεύση μεταλλική στο στόμα να μου θυμίζει
πως μ’ εκείνον τον άνδρα δε διαφέρουμε και σε πολλά
γιατί η κίνηση πάνω στη ρόδα που γυρίζω
έχει ένα παράθυρο και κάποιος με κοιτάζει
και θορυβώ τη ψυχούλα του.
Δημήτρης Ι. Ευθυμίου

Στην όψη μιας σκιάς που απομακρύνεται
ίδια στο φευγιό με τον καπνό του τσιγάρου
που χάνει την αναπνοή του λίγα δεύτερα μετά το φύσημα
έτσι κι εγώ σε είδα, με το τελευταίο γυμνό σου ώμο
να σβήνει το φως από τα μάτια μου
Είναι κι αυτός ένας άλλος θάνατος
μια αφαίρεση αιφνίδιας καύσης
τα όσα είχαμε
να καίγονται
μέσα στο τσιγαρόχαρτο μιας νύχτας
Δημήτρης Ι. Ευθυμίου