Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018


Υπάρχουν κι εκείνοι. Ελάχιστοι, όπως τα δυο – τρία πιο φωτεινά άστρα που στέκουν σιωπηλά στον ουρανό της νύχτας. Ευαίσθητοι και πρόθυμοι στον πρώτο κάλεσμα των άλλων, όλων εκείνων που έχουν ανάγκη, χωρίς διακρίσεις, χωρίς ερωτήσεις. Η μόνη ανταμοιβή τους, είναι η συγκίνηση της ανακούφισης, τα γεμάτα μάτια της ευγνωμοσύνης, το στοργικό άγγιγμα στον ώμο, το υπάρχει κάποιος για εμάς, για όλους εκείνους στο περιθώριο μιας αφιλόξενης ζωής.
Υπάρχουν εκείνοι, που δε διαθέτουν προσωπικό χρόνο, που αναδιπλώνουν τις ανάγκες τους και τις παραμερίζουν προς όφελος της ανάγκης των παθόντων.
Υπάρχουν, μέσα στην αδυσώπητη αδιαφορία, στο χλωμό τοπίο των καιρών, πάντα εκεί, στις πρώτες ασθματικές ανάσες των άλλων, πρωτοστάτες, αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.
Ακυβέρνητοι στον δικό τους κόσμο, περιπλανώμενοι καμηλιέρηδες της δικιάς τους ψυχής, μα καπετάνιοι καλοί στις θάλασσες των άλλων.
Όσο υπάρχουν εκείνοι, υπάρχει μια εύθραυστη κλωστή ελπίδας στον κόσμο.

(στον καλό φίλο Γιάννη Nάκο, γιατρό εκτός ορίων)

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018


Το λεπτό μυώδες πόδι της
που κρέμεται από το κρεβάτι
μισοσκεπασμένο απ’ το λευκό σεντόνι μας
ακινητοποιεί τρία χρόνια τώρα τον χρόνο
μπορώ να μένω σαστισμένος και χαμένος
για μια ώρα, ίσως και περισσότερο τα πρώτα πρωινά
δημιουργώντας  έναν στρόβιλο αισθήσεων και ιστοριών
να φαντάζομαι μέσα απ’ αυτό το υπερθέαμα
άλλοτε έναν λεπτοδείχτη που ‘χει συγκεκριμένο έργο
την επαναφορά της ώρας την προηγούμενη νύχτα
εκεί που όλα δεν είχαν αίσθηση της ώρας
ή να πλάθω ιστορίες για το πώς αυτή η γυναίκα
θα περπατούσε πάνω στα σύννεφα
μα πάνω απ’ όλα με κυριεύει η επιθυμία
να το λατρεύω
να προσεύχομαι αυτές τις ώρες της πρώτης αυγής
με μια ευχή
ποτέ της να μη θελήσει
να με πατήσει.  
Δημήτρης Ι. Ευθυμίου

Αν η ευαισθησία δεν ήταν ο αδύναμος κρίκος
των χαρακτήρων
θα μπορούσαμε στη σαθρότητα του κόσμου
ν’ ανοίξουμε μια τομή
έστω τις μεμβράνες των κυττάρων μας
εκεί στην ανομβρία
να φυτέψουμε τους σπόρους που διεγείρουν την καρδιά
αναρριχώμενες συνειδήσεις που θα ‘χουν καρπούς
ανθρωπιάς
πιθανώς να ‘χαμε μια άλλη ιστορία
αν όλα άνθιζαν κάτω από καθάριο ουρανό.
Δημήτρης Ι. Ευθυμίου

Καταλήγοντας στο τέλος
νιώσαμε τα οστά να τρίβονται
από τον αντίστροφο χρόνο
είδαμε το τρένο των αναμνήσεων
πάνω σε μετέωρες ράγες να μας προσπερνά
το άρωμα των γυναικών που λέκιασαν τη μνήμη μας
να αναθυμιάζει μπρος από τα ρουθούνια μας
το απαλό χάδι της μάνας στο άγγιγμα των διάσπαρτων
αγρολούλουδων
τα πρόσωπα των φίλων στο καθρέφτισμα των λιγοστών άστρων
να μας χαμογελούν
στο επόμενο βήμα μιας κλωστής που ανοίγει τους ιστούς της
πριν σπάσει
τον ήχο της τελευταίας αναπνοής
εκείνον τον κρότο του βότσαλου πριν χαθεί στη μήτρα της θάλασσας
πριν χαθούμε από τα λίγα που γευτήκαμε
σε μια ζωή που διήρκησε
όσο το φτερούγισμα μιας πεταλούδας. 
Δημήτρης Ι. Ευθυμίου

Με μια ματιά πένθιμη

Ήρθε και η σειρά μου να με πενθήσουν. Οι πιο κοντινοί, πρώτου βαθμού συγγενείς πίσω από τα γυαλιά ηλίου θα βρέχουν το χώμα ίσα –ίσα (δύναται σε στιγμές έντασης) που θ’ αχνίζει μέσα στο κατακαλόκαιρο. Πιο πίσω, στη δεύτερη σειρά, οι φίλοι, οι καλοί, θα ‘χουν έναν κόμπο στο στήθος, όσοι απέμειναν, δυο όλοι κι όλοι, γιατί καλά τους φέρθηκα, σταράτα κι ωραία. Πιο πέρα ακόμα, κάτω από τα πεύκα, πηγαδάκια κάθε λογής. Κάποιοι χωρίς να χάσουν την παράδοση ανάλογων πένθιμων στιγμών, θα λένε με κάποια σιγουριά, πως είχα αυτό ή το άλλο, με κατάληξη σταθερής αξίας, το ποιος το περίμενε;  Οι περισσότεροι θα ‘χουν τις ίδιες συζητήσεις των καφενείων, της εποχής τα δρώμενα, για τους φόρους, τα τέκνα πως πορεύονται, για το πώς έχει η ζωή, τι είμαστε, τι δεν είμαστε; Χαμόγελα, φυσήματα, ευαισθησίες και φιλοσοφίες του κώλου, τσιγάρα, υποσχέσεις να τα ξαναπούν και τα μανίκια ν’ ανασηκώνονται σιγοψιθυρίζοντας στα μέσα τους πως αργεί τούτος ο παπάς. Κάνει και μια ζέστη.
Μια πρώην μου, που ‘χα μεγάλο έρωτα στα τριάντα μου, θα έχει μείνει μόνη πίσω από όλους, δεν την περίμενα. Αλήθεια πώς να το έμαθε; Πενθεί μ’ ένα κρυφό, βαρύ λυγμό που δονεί το χώμα, εξ ‘ου και τούτη δω η εξιστόρηση, είχε ενδιαφέρον τούτη δω η κηδεία, έστω κι αν δυσκολεύτηκα να ξετινάξω τούτο το χώμα από το στεγνό μου στόμα.

Δημήτρης Ι. Ευθυμίου