Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018



Ερωτευμένοι είναι μόνο οι έφηβοι. Οι μόνοι ικανοί να υπερασπιστούν το πάθος τους χωρίς ίχνος λογικής. Οι μόνοι αμόλυντοι από την πραγματικότητα του ενήλικα.
Οι ενήλικες, προσδοκούν την τελειότητα, την επούλωση των δικών τους ονείρων κι αδυναμιών μέσα από μια άκρως εγωιστική προσέγγιση. Αναζητούν ένα πιο τέλειο και δυνατό ομοίωμα τους, ικανό να τους παρέχει έναν φανταστικό κόσμο, τον οποίο οι ίδιοι αδυνατούν να πραγματοποιήσουν στην ίδια τους τη ζωή. Ερωτεύονται την προσδοκία της μεταμόρφωσης, διεκδικώντας έναν καλύτερο κλώνο που αργά ή γρήγορα αποδεικνύεται ως η απάτη του ερωτευμένου.
Δ.Ε

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018



Σε ονειρεύτηκα
κι ήσουν όπως σ’ έζησα
ένα σύννεφο που δεν κόπασε ποτέ του
να με ταξιδεύει
Δ.Ε



Πρέπει να πάψω ν’ αναρωτιέμαι
γνωρίζω τα αυτονόητα
πως ξεδιψάω με νερό
πως η θάλασσα υπάρχει
πως ο ουρανός είναι εκεί
ακλόνητος στη δικιά του κίνηση
μα γύρω σ’ αυτόν τον κόσμο που θαρρώ πως υπάρχω
τα πάντα χωρίς τη θέλησή μου αναδιπλώνονται
μυρίζω την αποσύνθεση
από σάρκα ήταν οι υποσχέσεις άλλωστε
των ερωτευμένων
της φιλίας
ή των ιδανικών που υποχώρησαν καθώς αποτραβήχτηκε
η ορμή της θάλασσας
καθώς ο ουρανός έπαψε να κινείται
και ξεγυμνώθηκαν οι ψυχές
αποδίδοντας την κόλαση των ζωντανών
Ξέρω πως πρέπει να σταματήσω ν’ αναρωτιέμαι
αν η λαίλαπα της πραγματικότητας μου επιτρέψει
να ονειρευτώ ξανά
με την ίδια παιδική αφέλεια
να ξαναστήσω τον χαμένο μου κόσμο
μέσα από τα αποκαΐδια
με μια ανάσα
να με ξαναβρώ.
Δημήτρης Ι. Ευθυμίου

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018



Θα προτιμούσα να ‘χα διαψευστεί για το άγγιγμα του χρόνου στον ώμο μου. Τον περίμενα άλλωστε να φανεί μέρες. Είναι σα να βλέπω τη μορφή του, λιγότερο σαρκαστική από τις όσες φορές που μ’ επισκέφτηκε. Αυτή τη φορά διακρίνω μια λύπη, μια διάθεση σιωπής, χωρίς τις γνώριμες βεβαιότητες. Ελεήμων ή με περιφρονεί;
Αυτή τη φορά ο γνώστης που δεν έχει λαθέψει ποτέ του, αποτραβιέται γρήγορα, χάνεται σαν να σηκώθηκε ένα απαλό αεράκι και να μου πήρε την άσπρη τρίχα του ώμου, που όταν είχε πέσει είχα προλάβει να τη δω με την άκρη του ματιού, τόσο φευγαλέα, όπως μια σκιά στη γωνία που χάνεται.
Κι όμως, είναι άλλη μια βεβαιότητα, καθώς διακρίνεις, πως πίσω απ’ την ομορφιά που είχες ανάγκη να πιστέψεις, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μιαν άλλη αυταπάτη.
Κι αυτή τη φορά, νιώθεις πως οι ήττες σου γίνονται μαύρα πουλιά, κοράκια που ξοδεύουν κραυγές για ένα τίποτα.
Δημήτρης Ι. Ευθυμίου

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018



Ποια μέρα θα θυμάμαι; Που να ‘χει μέσα της έναν σκοπό, μια μελωδία, ένα άρωμα που φουσκώνει τα πνευμόνια και μια γεύση γλυκάνισου στα χείλη. Να είναι άραγε εκείνα τα χρόνια της πρώτης εφηβείας, πίσω από μια γερασμένη ελιά, για εκείνη τη Μαρία που μύριζε λεβάντα, με κερασένια χείλη, που φιλούσε όπως ένα χταπόδι το βότσαλο, την ώρα που το χέρι του ψαροντουφεκά παλεύει να το φέρει στον έξω κόσμο ή μήπως θα ‘ ναι εκείνη η μέρα λίγα χρόνια πριν που τα χαμόγελα και η δίψα στα μάτια των τότε συνομήλικων παιδιών περίμεναν τον καραγκιόζη μου να φανεί πίσω από ένα άλλο δέντρο, τη μουριά της παλιάς μου γειτονιάς.
Μπορεί να είναι κι εκείνη η μέρα, που πρωτογνώρισα την υφή της γαλήνης μέσα από μια γυναίκα ή το ανάλαφρο αεράκι πάνω στην κορυφή του Ταϋγέτου καθώς τα πάντα φανέρωναν τη μεγαλοσύνη της φύσης. Μα μπορεί εκείνη η μέρα να είναι, ακόμα και η τελευταία μέρα της κόλασης, την ώρα που μήνες αυτοεξορισμένος στα έγκατα της, από ένα τίποτα αναβλήθηκα στο στόμιο της ζωής. Θα είναι μέσα σε όλες εκείνες, οι μέρες που συναντώ τα δακρυσμένα μάτια της κυρά Βασιλικής μου, τα χέρια της που με κρατούν για όσο βαστά η μέρα του ερχομού μου, ακόμα και τα χέρια κάποιων ασθενών που ‘χουν δυο φορές τα χρόνια μου, με τις ευχές που είναι πολύχρωμες πεταλούδες μέσα στο γκρίζο τοπίο τούτο του κόσμου.
Έχω μέρες να θυμάμαι.
Δημήτρης Ι. Ευθυμίου